Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ne

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό nés
θηλυκό née nées

Ετυμολογία [επεξεργασία]

< λατινική natus, μετοχή του nasci

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ne/

Επίθετο[επεξεργασία]

(fr)

  1. γεννημένος (πρώτος, ...)
  2. εκ γενετής

Μετοχή[επεξεργασία]

(fr)

  1. μετοχή παρακειμένου του ρήματος naître

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

< não + é

Συγχώνευση[επεξεργασία]

(pt)