néant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

néant < παλαιά γαλλική nient

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ne.ɑ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
néant néants

néant (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) αντικείμενο μηδενικής αξίας. κενό
  2. που δεν υπάρχει ακόμα· που δεν υπάρχει πια
  3. το τέλος, ο θάνατος
  4. η μη ύπαρξη