Μετάβαση στο περιεχόμενο

négociatrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
négociatrice θηλυκό του négociateur

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
négociatrice négociatrices

négociatrice (fr) θηλυκό