néné

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
néné nénés

néné (fr) αρσενικό (συνήθως στον πληθυντικό)

  1. (οικείο) στήθος γυναίκας