Μετάβαση στο περιεχόμενο

néoclassique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
néoclassique néoclassiques

néoclassique (fr) αρσενικό ή θηλυκό