Μετάβαση στο περιεχόμενο

néolithique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
néolithique néolithiques

néolithique (fr) αρσενικό ή θηλυκό