Μετάβαση στο περιεχόμενο

néoréaliste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
néoréaliste néoréalistes

néoréaliste (fr) αρσενικό ή θηλυκό