Μετάβαση στο περιεχόμενο

néphrologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
néphrologie néphrologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

néphrologie (fr) θηλυκό