Μετάβαση στο περιεχόμενο

névrite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
névrite névrites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

névrite (fr) θηλυκό