nów

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

nów < nowy

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nuf/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nów (pl) αρσενικό