Μετάβαση στο περιεχόμενο

nab

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας nab
γ΄ ενικό ενεστώτα nabs
αόριστος nabbed
παθητική μετοχή nabbed
ενεργητική μετοχή nabbing

nab (en) (ανεπίσημο)

  1. (μεταβατικό) βουτάω, συλλαμβάνω κάποιον
    παράδειγμα  They nabbed him while he was trying to break into the corner store.
    Τον βούτηξαν ενώ προσπάθησε να διαρρήξει το περίπτερο.
  2. (μεταβατικό) βουτάω, κλέβω κάτι
    παράδειγμα  He nabbed his wallet with the method of distraction.
    Του βούτηξε το πορτοφόλι με τη μέθοδο της απασχολήσεως.