nafnháttur
Εμφάνιση
Ισλανδικά (is)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈnapn.hau̯.htʏr̥/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : nafn‐há‐ttur
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nafnháttur (is) αρσενικό
- (γραμματική) το απαρέμφατο
Πηγές
[επεξεργασία]- nafnháttur - στο Λεξικό της Νέας Ισλανδικής Γλώσσας (στα ισλανδικά) και nafnháttur στο ISLEX (στις σκανδιναβικές γλώσσες)
