Μετάβαση στο περιεχόμενο

nafnháttur

Από Βικιλεξικό

Ισλανδικά (is)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η ισλανδική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nafnháttur < nafn (όνομα) + háttur (έγκλιση).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈnapn.hau̯.htʏr̥/
τυπογραφικός συλλαβισμός : nafn‐há‐ttur

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nafnháttur (is) αρσενικό

  • nafnháttur - στο Λεξικό της Νέας Ισλανδικής Γλώσσας (στα ισλανδικά) και nafnháttur στο ISLEX (στις σκανδιναβικές γλώσσες)