naguère

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

naguère < n'a guère(s), il n'y a guère

Επίρρημα[επεξεργασία]

naguère (fr)

  1. (στη λογοτεχνία) μόλις πριν από λίγο, τώρα τελευταία
     συνώνυμα: dernièrement, fraîchement, nouvellement, récemment
     αντώνυμα: anciennement
  2. (συνήθως, καταχρηστική χρήση) άλλοτε, κάποτε
     συνώνυμα: autrefois, jadis