namiot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

namiot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

namiot (pl) αρσενικό

  1. σκηνή, αντίσκηνο