napée

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
napée napées

napée (fr) θηλυκό

  1. (μυθολογία) νύμφη των κοιλάδων

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]