narodowość
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]
Ετυμολογία [επεξεργασία]
Προφορά[επεξεργασία]
- ΔΦΑ : /ˌnarɔˈdɔvɔɕʨ̑/
Ουσιαστικό[επεξεργασία]
narodowość (pl) θηλυκό