Μετάβαση στο περιεχόμενο

narrate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας narrate
γ΄ ενικό ενεστώτα narrates
αόριστος narrated
παθητική μετοχή narrated
ενεργητική μετοχή narrating

narrate (en)