narrow down
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | narrow down |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | narrows down |
| αόριστος | narrowed down |
| παθητική μετοχή | narrowed down |
| ενεργητική μετοχή | narrowing down |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]narrow down (en)
- (μεταβατικό) στενεύω, μειώνω τον αριθμό των δυνατοτήτων ή των επιλογών
The range of suspects has been narrowed down to 4-5 people.
- Ο κύκλος των υπόπτων στένεψε σε 4-5 ανθρώπους.