Μετάβαση στο περιεχόμενο

narrow down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας narrow down
γ΄ ενικό ενεστώτα narrows down
αόριστος narrowed down
παθητική μετοχή narrowed down
ενεργητική μετοχή narrowing down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
narrow down <  δείτε τις λέξεις narrow και down

narrow down (en)

  • (μεταβατικό) στενεύω, μειώνω τον αριθμό των δυνατοτήτων ή των επιλογών
    παράδειγμα  The range of suspects has been narrowed down to 4-5 people.
    Ο κύκλος των υπόπτων στένεψε σε 4-5 ανθρώπους.