Μετάβαση στο περιεχόμενο

narzędnik

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

narzędnik (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]