nasse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nasse | nasses |
nasse (fr) θηλυκό
Α.
- κιούρτος, ψαροκόφινο
- δίχτυ για μικρά πουλιά
Β.
- είδος σαρκοβόρου γαστερόποδου μαλακίου
| ενικός | πληθυντικός |
| nasse | nasses |
nasse (fr) θηλυκό
Α.
Β.