Μετάβαση στο περιεχόμενο

national

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
national < nation + -al

Επίθετο

[επεξεργασία]

national (en)

  • εθνικός
    παράδειγμα  the national anthem - ο εθνικός ύμνος
    παράδειγμα  The National Library contains thousands of volumes.
    Η Εθνική Βιβλιοθήκη περιλαμβάνει χιλιάδες τόμους.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό national nationaux
θηλυκό nationale nationales

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

national (fr)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

national (de)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]