nato
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- nato < (άμεσο δάνειο) νέα ελληνική «νὰ τό...» (να το).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈna.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : na‐to
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nato
- στην έκφραση nato kafa, nato mermer