naturalisation
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]naturalisation (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| naturalisation | naturalisations |
naturalisation (fr) θηλυκό
Α.
- η πολιτογράφηση
- ο εγκλιματισμός
- (μεταφορικά) ο εγκλιματισμός μιας ξένης λέξης ή ιδέας
Β.