Μετάβαση στο περιεχόμενο

naturalize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
naturalize < natural + -ize
ενεστώτας naturalize
γ΄ ενικό ενεστώτα naturalizes
αόριστος naturalized
παθητική μετοχή naturalized
ενεργητική μετοχή naturalizing

naturalize (en)

  • (μεταβατικό) πολιτογραφώ
    παράδειγμα  As an immigrant, he went to America and eventually was naturalized as an American citizen.
    Πήγε μετανάστης στην Αμερική και τελικά πολιτογραφήθηκε (ως) Αμερικανός πολίτης.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]