Μετάβαση στο περιεχόμενο

naturiste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
naturiste naturistes

naturiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό