nauséeux
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- nauséeux < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | nauséeux | nauséeux |
| θηλυκό | nauséeuse | nauséeuses |
nauséeux (fr)
- εμετικός, αναγουλιαστικός
- που υποφέρει από ναυτία