Μετάβαση στο περιεχόμενο

navigateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
navigateur navigateurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

navigateur (fr) αρσενικό

  1. ο θαλασσοπόρος
  2. o πλοηγός
  3. web browser