ndjerë
Εμφάνιση
Αλβανικά (sq)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ndjerë < (κληρονομημένο) πρωτοαλβανική *a/N(e)dri < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mé-ǵʰ(s)ri (τοπική) < *me (με). Συγγενή: μέχρι, ἄχρι, παλαιά αρμενική մերձ (κοντά), ζεύγος με την αλβανική me (με), και σχετίζεται με την αλβανική dorë (χέρι)[1]
Πρόθεση
[επεξεργασία]ndjerë (sq)
Επίθετο
[επεξεργασία]ndjerë (sq)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Κληρονομημένο αλβανικό λεξικολόγιο, (στα αγγλικά)