nearly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός nearly
συγκριτικός more nearly
υπερθετικός most nearly

Ετυμολογία [επεξεργασία]

nearly < near + -ly

Επίρρημα[επεξεργασία]

nearly (en)

  1. σχεδόν
    We are nearly ready.
    Είμαστε σχεδόν έτοιμοι.
     συνώνυμα: near, almost, → και δείτε τη λέξη approximately
  2. στενά (για κοντινές σχέσεις)
    We are nearly related.
    Είμαστε στενά συνδεδεμένοι.
     συνώνυμα: intimately