necessarily

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

necessarily (en)

  1. αναγκαστικά, υποχρεωτικά
    being a wise man doesn't necessarily means that you know everything