negociere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

negociere (ro) θηλυκό

  1. παζάρεμα
  2. διαπραγμάτευση