nenúfar
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| nenúfar | nenúfares |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- nenúfar < αραβική نِينُوفَر < σανσκριτική नील + उत्पल
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /neˈnu.faɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ne‐nú‐far
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nenúfar (es) αρσενικό
- (φυτό) νούφαρο
- ※ 1935 - Loynaz, Dulce María [Λοϊνιάς, Ντούλσε Μαρία], Jardín. Novela lírica [Κήπος. Λυρικό μυθιστόρημα], σελ. 37, 1935.
- Son dos retratos distintos, muy distintos. Uno representa a la Niña bañándose en el mar y asoma la cabeza a flor de agua como un nenúfar cándido.
Είναι δύο διαφορετικά πορτρέτα, πολύ διαφορετικά. Το ένα απεικονίζει το Κορίτσι να λούζεται στη θάλασσα και να προβάλλει το κεφάλι της πάνω από την επιφάνεια του νερού σαν ένα αθώο νούφαρο.
Πηγές
[επεξεργασία]- nenúfar - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.