nepenthes

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nepenthes (la) ουδέτερο (nēpenthĕs)

  1. φυτό που ο χυμός του (ιδίως ανακατεμένος με κρασί) διώχνει τις έγνοιες
    adtribuunt et hilaritatis effectum eidem potae in vino eumque, quem habuerit nepenthes illud praedicatum ab Homero, quod tristitia omnis aboleretur (Plinius, Naturalis historia 21.159)