nervo

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Εσπεράντο (eo)[edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

nervo (eo)

  1. το νεύρο


Ιταλικά (it) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

nervo (it)

  1. το νεύρο