Μετάβαση στο περιεχόμενο

nest-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nest- < αγγλική nest

nest- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: φωλιά

Παράγωγα

[επεξεργασία]