niebezpieczeństwo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική niebezpieczeństwo niebezpieczeństwa
γενική niebezpieczeństwa niebezpieczeństw
δοτική niebezpieczeństwu niebezpieczeństwom
αιτιατική niebezpieczeństwo niebezpieczeństwa
οργανική niebezpieczeństwem niebezpieczeństwami
τοπική niebezpieczeństwu niebezpieczeństwach
κλητική niebezpieczeństwo niebezpieczeństwa

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

niebezpieczeństwo < από το πρόθημα nie- και τη λέξη bezpieczeństwo (ασφάλεια)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌɲɛbɛspʲjɛˈʧ̑ɛ̃j̃stfɔ/
niebezpieczeństwo 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

niebezpieczeństwo (pl) αρσενικό

  1. κίνδυνος, έλλειψη ασφάλειας
    istnieje niebezpieczeństwo rozprzestrzenienia się ognia na kolejne budynki - υπάρχει (ο) κίνδυνος να επεκταθεί η φωτιά και στα διπλανά κτήρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]