niepokój

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

niepokój < nie- + pokój

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

niepokój (pl) αρσενικό

  1. η ανησυχία