njer
Εμφάνιση
Αλβανικά (sq)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- njer < (κληρονομημένο) πρωτοαλβανική *nera < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂nḗr. Συγγενή: σανσκριτική नर (nára), αρχαία ελληνική ἀνήρ (άνδρας)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɲeɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : njer
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]njer (sq) αρσενικό
- άλλη μορφή του njeri· ο άντρας