nocebo
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nocebo | nocebos |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /nōsē′bō/ και /nəʊˈsiː.bəʊ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nocebo (en)
- (φαρμακευτική, ιατρική, ψυχολογία) νοσέμπο
the nocebo effect - το φαινόμενο νοσέμπο- ≠ αντώνυμα: placebo
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
nocebo στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- nocebo - Cambridge Dictionary online
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /nɔˈkeː.boː/ (κλασικά λατινικά)
- ΔΦΑ : /noˈt͡ʃɛː.bo/ (εκκλησιαστικά λατινικά)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]nocebo (nocēbō) (la)
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού μέλλοντα του noceo (θα βλάψω)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ διαγλωσσικοί όροι: nocebo όπως αγγλικά)
Κατηγορίες:
- Όροι με πατρότητα (αγγλικά)
- Λόγια δάνεια από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Φαρμακευτική (αγγλικά)
- Ιατρική (αγγλικά)
- Ψυχολογία (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (λατινικά)
- Ρηματικοί τύποι (λατινικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (λατινικά)