Μετάβαση στο περιεχόμενο

nocebo

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nocebo nocebos

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nocebo, ήδη από το 1961 σε άρθρο του Walter Kennedy[1] < (λόγιο δάνειο) λατινική nocebo (θα βλάψω), μέλλοντας του ρήματος noceo κατά το αντώνυμό του placebo

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nōsē′bō/ και /nəʊˈsiː.bəʊ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nocebo (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • nocebo στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. nocebo - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)
  • nocebo - Cambridge Dictionary online



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nɔˈkeː.boː/ (κλασικά λατινικά)
ΔΦΑ : /noˈt͡ʃɛː.bo/ (εκκλησιαστικά λατινικά)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

nocebo (nocēbō) (la)