nocturnality
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nocturnality (en)
- η συνήθεια να μένει κανείς ξύπνιος και να είναι δραστήριος κατά τη διάρκεια της νύχτας, το να είναι κανείς νυχτερινός τύπος (νυχτοπούλι)
nocturnality (en)