nod off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | nod off |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | nods off |
| αόριστος | nodded off |
| παθητική μετοχή | nodded off |
| ενεργητική μετοχή | nodding off |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]nod off (en)
- (ανεπίσημο) κουτουλώ από νύστα, αποκοιμιέμαι για λίγο
I’m leaving because it’s past three o’clock and I have started nodding off.
- Φεύγω, γιατί πήγε τρεις η ώρα και έχω αρχίσει και κουτουλάω.
I was nodding off in my chair.
- Αποκοιμόμουν στην καρέκλα μου.