Μετάβαση στο περιεχόμενο

nod off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας nod off
γ΄ ενικό ενεστώτα nods off
αόριστος nodded off
παθητική μετοχή nodded off
ενεργητική μετοχή nodding off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nod off <  δείτε τις λέξεις nod και off

nod off (en)

  • (ανεπίσημο) κουτουλώ από νύστα, αποκοιμιέμαι για λίγο
    παράδειγμα  I’m leaving because it’s past three o’clock and I have started nodding off.
    Φεύγω, γιατί πήγε τρεις η ώρα και έχω αρχίσει και κουτουλάω.
    παράδειγμα  I was nodding off in my chair.
    Αποκοιμόμουν στην καρέκλα μου.