Μετάβαση στο περιεχόμενο

noirâtre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
noirâtre noirâtres

Επίθετο

[επεξεργασία]

noirâtre (fr) αρσενικό ή θηλυκό