nom commun
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| nom commun | noms communs |
nom commun (fr) αρσενικό
- (γραμματική) το ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| nom commun | noms communs |
nom commun (fr) αρσενικό