nominatív
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- nominatív < λατινική nōminātīvus
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈnɔminatiːʋ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]nominatív αρσενικό άψυχο (γενική ενικού: nominatívu)
- (γραμματική) η ονομαστική πτώση, πρώτη πτώση της σλοβακικής