Μετάβαση στο περιεχόμενο

nondum

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nondum < non (όχι) + dum (ακόμα)

Επίρρημα

[επεξεργασία]

nondum