Μετάβαση στο περιεχόμενο

noria

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
noria norias

noria (fr) θηλυκό