norueguês

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

norueguês (pt) αρσενικό, norueguesa θηλυκό

  1. ο πολίτης της Νορβηγίας, ο Νορβηγός