nostril

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

< nose (μύτη) + thirl (οπή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nostril (en)