not in the least

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

not in the least < → δείτε τις λέξεις not, in, the και least


not in the least (en)

  • (ιδιωματισμός) καθόλου; απολύτως
    -Have you finished? -Not in the least!
    -Τελείωσες; -Καθόλου!
    I am not tired in the least.
    Δεν είμαι καθόλου κουρασμένος.
    It doesn’t matter in the least.
    Δεν έχει καμία απολύτως σημασία.
     συνώνυμα: → δείτε την έκφραση not at all