notaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| notaire | notaires |
notaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ο/η συμβολαιογράφος
| ενικός | πληθυντικός |
| notaire | notaires |
notaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό